26.3.12

Οι ήρωες του 1821...


Τὸ περιβόητο Ἐκτελεστικό, μὲ πρόεδρο τὸ Γ. Κουντουριώτη καὶ γραμματέα τὸν Μαυροκορδᾶτο, ἄρχισε νὰ συζητᾶ πὼς ὁ μόνος τρόπος γιὰ ν᾿ ἀντιμετωπιστεῖ ὁ Ἰμπραὴμ ἦταν νὰ σχηματιστεῖ, μὲ τὰ χρήματα τοῦ δεύτερου δανείου τῶν δυὸ ἑκατομμυρίων λιρῶν, μισθωτὸς στρατὸς στὴν Ἀμερικὴ ποὺ θὰ ἐρχόταν νὰ πολεμήσει στὴν Ἑλλάδα! Ὡσὰν ὁ Ἰμπραὴμ θὰ καρτέραγε νὰ φτιαχτεῖ πρὶν ὁ στρατός, νὰ μεταφερθεῖ, μὲ Ἱστιοφόρο τότε, ἀπὸ τὰ πέρατα τοῦ κόσμου στὸν τόπο μας κι ἔπειτα νὰ μᾶς πολεμήσει. Ἡ ἐξωφρενικὴ αὐτὴ πρόταση βρίσκει, σωστά, τούτη...
δῶ τὴν κριτικὴ τοῦ Κόκκινου: «Τὸ πράγμα φανερώνει μέχρι ποίου σημείου δὲν ἀντελαμβάνοντο τὴν φοβερὰ πραγματικότητα οἱ ἀποκλείοντες τὴν λῆψιν σοβαρῶν στρατιωτικῶν μέτρων ἐντὸς αὐτῆς τῆς Πελοποννήσου διὰ τῆς χρησιμοποιήσεώς των εἰς τὴν φυλακὴν ἢ ὑπὸ καταδίωξιν Πελοποννησίων ἀρχηγῶν, διότι αὐτοὶ ἦσαν οἱ συζητοῦντες τὴν μετάκλησιν ξένου στρατοῦ, ἀνυπάρκτου ἀκόμη, πρὸς ἀντιμετώπισιν τοῦ Ἰμβραήμ». Ἂν ὅμως οἱ ἀνώτατοι τότε ἄρχοντες, τὸ Ἐκτελεστικό, δὲν ἤθελε νὰ καταλάβει ὅ,τι καταλάβαιναν καὶ οἱ πιὸ ἁπλοὶ ἄνθρωποι, πὼς μπροστὰ στὸν τρομερὸ κίνδυνο ἔπρεπε νὰ ξεχαστοῦν τὰ πολιτικὰ πάθη καὶ οἱ Ἕλληνες, ἑνωμένοι, ν᾿ ἀντιβγοῦν στὸ νέο καὶ τόσο ἐπίφοβο ἐχθρό, εὐτυχῶς βρέθηκαν, μέσα στὴν ἴδια τὴν κυβέρνηση, ἄλλοι ποὺ συνειδητοποίησαν τὸ χρέος τοὺς πρὸς τὴν πατρίδα. Ἀνάμεσα σ᾿ αὐτούς, πρῶτος καὶ πιὸ δυναμικός, ξεχώρισε ὁ Παπαφλέσσας ποὺ ἦταν τότε ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος εἶχε βυθιστεῖ στὶς πολιτικὲς δολοπλοκίες καὶ στοὺς ἐμφύλιους σπαραγμοὺς ὡς τὸ λαιμό. Εἶχε κατεβεῖ καὶ τὸ τελευταῖο σκαλοπάτι τῆς σκάλας τοῦ κακοῦ. Μὰ μπρὸς στὴ νέα συμφορὰ ποὺ χτύπαγε τὴν ἐπανάσταση, ξαναβρῆκε τὸν καλύτερο ἑαυτό του, τὸν Παπαφλέσσα τῆς συνέλευσης τῆς Βοστίτσας. Καὶ τότε ὄχι μονάχα διακήρυξε πὼς χρειαζόταν νὰ δοθεῖ ἀμνηστία στοὺς φυγάδες - Ζαΐμη, Λόντο, Νικηταρᾶ - καὶ στοὺς φυλακισμένους, μὰ κι ἀποφάσισε πὼς τὰ λόγια δὲν ἔφταναν. Χρειαζόταν ἡ ἄμεση ἐνάντια στὸν Ἰμπραὴμ δράση. Καὶ τὴν πῆρε πάνω του. Παράτησε τὸ μικρόψυχο καὶ κολασμένο ἀπὸ τὶς ἐνέργειες τῆς ἀνάξιας κυβέρνησης Ἀνάπλι κι ἔφυγε, στὰ τέλη τοῦ Ἀπρίλη, νὰ ξεσηκώσει τὸ Μοριᾶ ἐνάντια στὸν Ἰμπραήμ.

Ἐκεῖνες τὶς μέρες εἶχε φτάσει στ᾿ Ἀνάπλι ὁ Γάλλος στρατηγὸς Ρός, σταλμένος ἀπὸ τὸ φιλελληνικὸ κομιτάτο τοῦ Παρισιοῦ. Τοῦ εἶχε ἀνατεθεῖ ἢ μυστικὴ πολιτικὴ ἀποστολὴ νὰ πείσει τοὺς Ἕλληνες, ὅταν θὰ ἀποχτοῦσαν τὴν ἀνεξαρτησία τους, νὰ γυρέψουν γιὰ βασιλιὰ τὸ δούκα τοῦ Νεμούρ. Ὁ Παπαφλέσσας φεύγοντας ἀπὸ τ᾿ Ἀνάπλι πῆρε μαζί του τὸν ὑπασπιστὴ τοῦ Γάλλου στρατηγοῦ, ἂν καὶ ἤτανε ἀντίθετος στὶς προσπάθειες ποὺ γίνονταν ν᾿ ἀποχτήσει ἡ Ἑλλάδα ξένο βασιλιά. Σύμφωνα μὲ τὸν Σπηλιάδη ἔλεγε: «Καὶ τί θὰ σημαίνω ἐγὼ πλέον εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐὰν ἔλθει βασιλεύς; Καὶ δὲν θὰ πνίξει ὁ βασιλεὺς τὸν σπόρον τῆς ἐλευθερίας, διὰ τὴν ὁποίαν ἀπολλύμεθα οἱ Ἕλληνες; Καὶ θὰ δυνηθωσι πλέον οὖτοι ν᾿ ἀποσείσωσι τὸν ζυγὸν βασιλέως πεπολιτισμένου, καὶ νὰ μὴ διατρέξωσι κινδύνους φοβερωτέρους ἢ τοὺς σημερινούς;» Κι ὁ Σπηλιάδης προσθέτει: «Καὶ ἴσως εἶχε δίκαιον».

Ὁ Παπαφλέσσας ἀπὸ τ᾿ Ἀνάπλι τράβηξε γιὰ τὴν Τριπολιτσὰ καὶ μέσα στὶς τρεῖς μονάχα μέρες ποὺ ἔμεινε σ᾿ αὐτὴ σχημάτισε τὸν πυρήνα τοῦ ἐκστρατευτικοῦ του σώματος. Στὶς ἐκκλήσεις ποὺ ἔκανε πρόστρεξαν καπεταναῖοι κι ἀγωνιστὲς ἀπὸ τὴν Ἀργολίδα, τὸ Λεβίδι, τὶς Κερασιὲς κι ἀπὸ τὸν κάμπο τῆς Τριπολιτσᾶς. Ἦταν ἴσαμε ἑφτακόσιοι.

Ἀπὸ τὴν Τριπολιτσᾶ πῆγε στὸ Λεοντάρι, ὅπου ἔσμιξαν μαζί του ὁ ἀνεψιός του Δημήτρης Φλέσσας, μ᾿ ἑκατὸν πενήντα παλικάρια, ὁ Α. Κουμουνδοῦρος, ὁ Παν. Μπούρας, ὁ Ἀδαμάκης Ἀποστολόπουλος κι ὁ Ν. Κουλοχέρας μὲ τοὺς νταϊφάδες τους. Ὕστερα ἀπὸ δυὸ μέρες ἔφτασε στοὺς Λάκκους. Ἐκεῖ δυνάμωσαν τὸ στράτευμά του ὁ Γιώργης Μποῦτος ἀπὸ τὸ Μελιγαλᾶ κι ὁ Καρακίτσος ἀπὸ τὸ Κατσαρό. Κίνησε γιὰ τὴ Φρουτζάλα. Σ᾿ αὐτὴ συναντήθηκε μὲ τοὺς ἄοπλους ἀγωνιστὲς τοῦ Νιόκαστρου καὶ μὲ τὸν Μανιάτη Μούρτζινο. Ὁ τελευταῖος, ἂν καὶ φίλος του, ἀρνήθηκε νὰ τὸν βοηθήσει ὅπως μιὰ ἀνεψιὰ τοῦ Παπαφλέσσα, ἡ κόρη τοῦ Νικήτα, εἶχε παντρευτεῖ ἕναν ἀπὸ τοὺς θανάσιμους τοπικοὺς ἐχθρούς του, τὸν Κωνσταντῖνο Μαυρομιχάλη.

Ὁ Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης βρισκόταν στὸ χωριὸ Κουφάρι τῆς Μεσσηνίας, κατάκοιτος ἀπὸ ποδάγρα. Σὰν ἔμαθε πὼς ἔρχεται μὲ στράτευμα ὁ Παπαφλέσσας τοῦ ἔγραψε θερμὸ γράμμα, ὅπου σ᾿ αὐτὸ τοῦ ἔλεγε πὼς ὁ Ἰμπραὴμ «εἶναι ἄλλος Ναπολέων ἢ Πύρρος τῆς Ἠπείρου, καὶ τέλος, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ δυνηθεῖ κατὰ πρῶτον νὰ τὸν πολεμήσει, εἰ δὲ μὴ τετέλεσται, τὸ ἔθνος χάνεται».

Μαθαίνει πὼς ἡ κυβέρνηση ἀποφάσισε ν᾿ ἀμνηστέψει τοὺς φυλακισμένους. Κάθεται λοιπόν, στὶς 14 τοῦ Μάη, καὶ γράφει συστήνοντας νὰ τοὺς βγάλουν χωρὶς τὸ παραμικρὸ χασομέρι, καὶ ξέχωρα τὸν Κολοκοτρώνη, ποὺ ἔπρεπε νὰ τοῦ δοθεῖ ἀμέσως ἡ ἀρχιστρατηγία.

Ὁ Παπαφλέσσας τοῦ ἀποκρίνεται:

Νικήτα,

Ἔλαβα τὴν ἐπιστολήν σου καὶ εἰς ἀπάντησίν σοῦ λέγω ὅτι δὲν εἶμαι σὰν καὶ σὲ καὶ σὰν τὸν κουμπάρο σου τὸν Κεφάλα, ὅπου τρέχετε ἀπὸ ράχη σὲ ράχη στοὺς Ἁηλιάδες.

Ἐγὼ ἅπαξ ὡρκίσθην νὰ χύσω τὸ αἷμα μου εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς πατρίδoς, καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ ὥρα. Εὔχομαι δὲ εἰς τὸν Θεὸν πρώτη μπάλα τοῦ Ἰμβραὴμ νὰ μὲ πάρει εἰς τὸ κεφάλι, διότι σᾶς γράφω νὰ ταχύνετε τὸν ἐρχομόν σας καὶ σεῖς μοῦ γράφετε κoυρoυφέξαλα.

Νικήτα, πρώτη καὶ τελευταία ἐπιστολή μου εἶναι αὕτη. Βάστα την νὰ τὴν διαβάζεις καμία φορὰ νὰ μὲ θυμᾶσαι καὶ νὰ κλαῖς.

Παπαφλέσσας

Εἶναι φανερό, ἀπὸ τὸ γράμμα αὐτό, πὼς ὁ Παπαφλέσσας εἶχε συνείδηση πὼς τράβαγε στὸ χαμό του.

Ὁ στρατός του ἀνέβαινε τώρα σὲ 1500 ἄντρες. Δύναμη βέβαια ὁλότελα ἀσήμαντη γιὰ ν᾿ ἀντιβγεῖ στ᾿ ἀσκέρι τοῦ Ἰμπραήμ. Μὰ νά, παίρνει εὐχάριστες εἰδήσεις: ἀπὸ τὸν Δημήτρη Πλαπούτα ἀπὸ τὸν Ἀετὸ πὼς ἔρχεται νὰ τὸν συντρέξει μὲ 1600 νοματαίους, ἀπὸ τοὺς καπεταναίους τῆς Ἀρκαδίας, ἀπὸ τὸ χωριὸ Μάλι, ἑφτὰ ὦρες δρόμο ἀπὸ τὴ Δραΐνα, πὼς βρίσκονταν ἐκεῖ μὲ 2000 ἀγωνιστές, ἀπὸ τὸν ἀδερφό του Νικήτα πὼς ἔφτασε στὴ Φρουτζάλα κι ἐρχόταν μὲ 700 νοματαίους κι ἀπὸ τὸν Ἠλία Κατσάκο ἀπὸ τὴν Καλαμάτα πὼς εἶχε κάτω ἀπὸ τὶς προσταγές του 1000 πολεμιστές. Ὅλοι μαζὶ ἴσαμε πέντε χιλιάδες. Ὅσο κι ἂν τοὺς ἀριθμοὺς αὐτοὺς τοὺς λογαριάσουμε παραφουσκωμένους, στεκόταν σημαντικὴ ἐπικουρία, ὅπως τὰ στρατεύματα κι ἐμπειροπόλεμα ἦταν καὶ εἶχαν καὶ ἄξιους ἀρχηγούς. Τί θὰ ἔπρεπε λοιπὸν νὰ κάνει ὁ Παπαφλέσσας; Ὅ,τι θὰ ἔκανε κι ὅποιος ἄλλος πολεμάρχης νὰ καρτερέψει στὰ ὀρεινὰ τὶς δυνάμεις αὐτὲς ποὺ ἐρχόταν σὲ βοήθειά του. Κι ὅμως ἔπραξε τ᾿ ἀντίθετο. Μόλις ἔμαθε πὼς ξεκίνησε ἀπὸ τὸ Ναβαρίνο ὁ Ἰμπραήμ, ρωτᾶ «τοὺς ἐντοπίους ποιὸς τόπος, βουνὸν ἢ χωρίον εἶναι ὑψηλὸν ὥστε νὰ βλέπει τὸ Νεόκαστρον καὶ ὅλοι τοῦ εἶπαν, ὅτι εἶναι Παιδεμένου καὶ Μανιάκι».

Δίχως νὰ χάσει στιγμὴ φεύγει στὶς 18 τοῦ Μάη ἀπὸ τὴ Δραΐνα καὶ φτάνει, δυὸ ὧρες πρὶν ἀπὸ τὸ ἡλιοβασίλεμα, στὸ Μανιάκι.

Ἡ «Λεωνίδειος μάχη»


Τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ Παπαφλέσσας ἑτοιμαζόταν νὰ φύγει ἀπὸ τὴ Δραΐνα φτάνουν σὲ βοήθειά του ὁ Ἠλίας Κέρμας μὲ 120 Κοντοβουνίσιους, ὁ Θανασούλας Καπετανάκης μὲ 80, ὁ Π. Κεφάλας μὲ 20, ὁ Πιέρος Βοϊδὴς κι ὁ Τσαλαφατίνος μὲ 120 Μανιάτες, ὁ Στ. Καπετανάκης μὲ 20, ὁ Λίβας, ὁ Μπιτσιάνης κι ὁ ἀδερφός του Γιώργης Δικαῖος μὲ 80. Ἔτσι ὅταν ἔφτασε στὸ Μανιάκι ὁ Παπαφλέσσας εἶχε μαζί του ἴσαμε δυὸ χιλιάδες ἄντρες.

Τὴν ἄλλη μέρα τὸ πρωὶ ἔταξε καραούλια στὸ βουνὸ Μαμλαβᾶ, πάνω ἀπὸ τὸ χωριὸ Βλαχόπουλο, ἀπ᾿ ὅπου βλέπανε ὅλο τὸν κάμπο καὶ πρὸς τὸ Ναβαρίνο. Ἔπειτα κοίταξε μὲ τοὺς ἄλλους καπεταναίους τὶς θέσεις, λίγο πιὸ ψηλὰ ἀπὸ τὸ χωριὸ Μανιάκι, ὅπου λογάριαζε νὰ ταμπουρωθοῦν γιὰ ν᾿ ἀντικρούσουν τὸν ἐχθρό. Κατὰ τὸ δειλινὸ τὰ καραούλια κάνανε σημεῖα πὼς ὁ στρατὸς τοῦ Ἰμπραὴμ φάνηκε καὶ τράβαγε γιὰ τὰ Χίλια Χωριά. Ὁ Παπαφλέσσας τότε πρόσταξε ν᾿ ἀνάψουν ὅσες μποροῦσαν πιότερες φωτιὲς γιὰ νὰ νομίσει ὁ ἐχθρὸς πὼς δυνατὸ καὶ πολυάριθμο ἦταν τὸ στρατόπεδό μας. Πραγματικὰ ὁ Ἰμπραὴμ σταμάτησε καὶ πέρασε τὴ νύχτα στὰ Χίλια Χωριά.

Τὴν ἄλλη μέρα τὸ πρωί, 20 τοῦ Μάη, οἱ δικοί μας ἄρχισαν νὰ φτιάνουν τρία ταμπούρια. Τὸ πρῶτο, τὸ πιὸ βορινό, θὰ τὸ ἔπιανε ὁ Παπαφλέσσας, τὸ δεύτερο ὁ ἀνεψιός του Δημήτρης Φλέσσας καὶ τὸ τρίτο, τὸ πιὸ νότιο, ὁ Πιέρος Βοϊδὴς μὲ τοὺς Μανιάτες. «Ὁ τόπος ὅπου ἔγιναν τὰ ὀχυρώματα ταῦτα ἦσαν πλάγια, καὶ ὄχι ράχες, οὔτε κορυφή, διὰ νὰ ἐμποδίσουν τὸν ἐχθρὸν νὰ μὴ συγκεντροῦται ἐκ τῶν ὄπισθεν». Καὶ ἦταν ἀκόμα πιὸ δύσκολη ἡ ὑπεράσπισή του, ἀφοῦ ἡ ἀπόσταση ἀνάμεσα στὰ ταμπούρια καὶ στὰ μέρη ποὺ μποροῦσε νὰ προστατευτεῖ ὁ ἐχθρὸς στεκόταν μικρὴ κι ἔτσι οἱ δικοί μας «δὲν εἶχον οὐδὲ τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον νὰ γεμίζουν δὶς καὶ τρὶς τὰ ὅπλα των».

Ἔπειτα ἀπὸ δυὸ ὧρες ποὺ βγῆκε ὁ ἥλιος τ᾿ ἀσκέρι τοῦ Ἰμπραὴμ ἔφτασε στὸ βουνὸ πάνω ἀπὸ τὸ χωριὸ Σκάρμιγκα, μισὴ ὥρα δρόμο ἀπὸ τὰ ταμπούρια μας. «Ἀφοῦ οἱ Ἕλληνες εἶδαν τὸ πολυπληθὲς στράτευμα τῶν Τούρκων, τὸ ὁποῖον ἐσκέπασεν ὅλον τὸν τόπον, ὅσον βλέπει τὸ μάτι τοῦ ἀνθρώπου, ἐνταῦθα ἄρχισαν νὰ μουρμουρίζουν καὶ κάποιος εἶπεν ὅτι:

-Ἔχετε ἄλoγoν, καβαλᾶτε ὕστερον καὶ φεύγετε !...

Τ᾿ ἀκούει ὁ Παπαφλέσσας κι ἀμέσως φωνάζει τὸν γραμματικό του Τισαμενὸ καὶ τὸν προστάζει νὰ πάρει τ᾿ ἄλογά του κι ὅλους τοὺς ψυχογιούς του ἐξὸν ἀπὸ τὸν Μιχάλη Σταϊκόπουλο καὶ νὰ πάει στὴν ἀντικρινὴ ράχη. Μὰ νά, κάμποσοι στρατιῶτες, λογαριάζοντας πὼς ἦταν χαμένοι ἂν ἔμεναν στὰ πόστα ποὺ κράταγαν, πέφτουν στὸ Κρυόρεμα κι ἀρχίζουν νὰ λακᾶνε. Τὸ σκάζει τότε, μ᾿ ὅλους τοὺς δικούς του, κι ὁ Σταυριανὸς Καπετανάκης. «Τοῦτον δὲ βλέποντες καὶ ἄλλοι φεύγοντας παρεκινήθησαν καὶ αὐτοὶ καὶ ἐδόθησαν εἰς φυγὴν διὰ τοῦ αὐτοῦ ρεύματος. Ἔφυγαν δὲ ὑπὲρ τοὺς χιλίους».

Μόλις πρόλαβαν νὰ ξεφύγουν καὶ κινήθηκε ἡ καβαλαρία τοῦ Ἰμπραήμ. Μπῆκε, ἀπὸ τὰ δεξιά, στὸ ρέμα καὶ προχώρησε πέρα ἀπὸ τὸ ταμπούρι ποὺ κράταγε ὁ Παπαφλέσσας. Ἀπὸ τ᾿ ἀριστερὰ χωρίστηκε σὲ δυὸ κολόνες. Ἐκείνη ποὺ τράβηξε πιὸ δυτικὰ εἶχε σκοπὸ νὰ ἐμποδίσει τυχὸν ἐπικουρίες ποὺ θἄφταναν. Οἱ δικοί μας βρίσκονταν πιὰ κυκλωμένοι. Ὁ Παπαφλέσσας ὅμως «νόμισε τοῦτο μεγάλον εὐτύχημα, διὰ νὰ συνέλθουν ὅλοι ὁμοῦ οἱ Ἕλληνες καὶ νὰ πολεμοῦν καλλίτερα καὶ ἀποφασιστικότερα, καὶ νὰ μὴ λιποτακτοῦν».

Διατάζει νὰ μετρήσουν πόσοι εἶχαν ἀπομείνει καὶ βρίσκονται λιγότεροι ἀπὸ χίλιοι. Καθὼς ἦταν συναγμένοι τοὺς βγάζει φλογερὸ λόγο θυμίζοντάς τους τὶς νίκες στὸ Βαλτέτσι, στὸ Λεβίδι, στὴ Γράνα, στὰ Βέρβενα καὶ τὴν καταστροφὴ τῆς στρατιᾶς τοῦ Δράμαλη.

- Ὅπου νἆναι φτάνουν, τοὺς λέει, δεκαπέντε χιλιάδες πατριῶτες σὲ βοήθειά μας, ὁ Πλαπούτας κι ὅλοι οἱ Ἀρκαδινοί, ὁ ἀδερφός μου Νικήτας, ὁ Κατσάκος κι ἄλλοι Μανιάτες. Σὲ μία ὥρα θἆναι ἐδῶ. Θὰ τριγυρίσουν τ᾿ ἀσκέρι τοῦ Ἰμπραὴμ καὶ θὰ τὸ χτυπᾶνε ἀπὸ τὶς πλάτες. Ἀδέρφια! ἡ πατρίδα καρτεράει ἀπὸ μᾶς νὰ δοξαστεῖ ξανὰ ἀπὸ τὴ νίκη μας!

Μὰ πρὶν καλὰ-καλὰ τελειώσει τὴν ὁμιλία του, μερικοὶ ἀπὸ τοὺς καπεταναίους «ἰδόντες τὸν προφανῆ κίνδυνον» παρακινοῦσαν τὸν ἀνεψιό του Δημήτρη νὰ τοῦ πεῖ νὰ κάνουνε γιουρούσι καὶ διασπώντας τὶς γραμμὲς τῆς ἐχθρικῆς καβαλαρίας νὰ γλιτώσουν ὅσοι τοὺς εὐνοήσει ἡ τύχη. «Κανείς», ὅμως, «δὲν ἐτόλμα νὰ τοῦ ἐκστομίσῃ τοιοῦτόν τι κατὰ πρόσωπον». Τὸν σιμώνουν τέλος ὁ Κεφάλας κι ὁ Παπα-Γιώργης, γνωστοὶ καὶ οἱ δυὸ γιὰ τὴν παλικαριά τους, καὶ τοῦ λένε, ἀπὸ μέρος ὅλων τῶν καπεταναίων, πὼς αὐτὴ στεκόταν ἡ τελευταία τους εὐκαιρία νὰ σωθοῦν. Τότε ὁ Παπαφλέσσας ἀποκρίνεται στὸν Κεφάλα:

- Ἔχασα τὶς ἐλπίδες ποὺ στήριζα πάνω σου. Καὶ μαζὶ μ᾿ αὐτὲς καὶ τὴν ὑπόληψη ποὺ εἶχα γιὰ σένα.

Ἔπειτα γυρνᾶ, πιάνει τὸν Παπαγιώργη ἀπὸ τὰ γένια καὶ τραβώντας τα τοῦ λέει:

- Μοῦ τὰ ντρόπιασες, Παπαγιώργη!

Σταματᾶ μία στιγμὴ καὶ ὕστερα τοῦ ξαναλέγει:

- Ποῦ νὰ πᾶμε νὰ φύγουμε; Ἔχουμε τακτικὸ στράτευμα ὅπου, ὅταν θὰ βγεῖ ἀπὸ τὰ ταμπούρια, θ᾿ ἀποτραβηχτεῖ μὲ τάξη πολεμώντας; Δὲν ξέρεις τάχα πὼς οἱ ἄτακτοι ἅμα βγοῦν ἀπὸ τὰ ταμπούρια σκορπίζουν κι ὁ καθένας παίρνει δικό του δρόμο; Τότε πέντε καβαλαραῖοι τοῦ Ἰμπραὴμ θὰ μᾶς σφάξουν ὅλους. Καὶ θ᾿ ἀκολουθήσει μεγάλο κακὸ γιὰ τὸ ἔθνος ὅπως θὰ ψυχωθοῦν οἱ ἐχθροὶ καὶ θὰ δειλιάσουν οἱ δικοί μας. Τί φοβᾶσαι, Παπαγιώργη; Ἐσὺ ξέρεις τὰ γράμματα ποὺ ἔγραψα καὶ πῆρα. Σὲ ρωτῶ, ἔχεις ἀμφιβολίες πὼς μέσα σὲ δυὸ ὧρες πέντε χιλιάδες δικοί μας δὲ θὰ χτυπᾶνε ἀπέξω τὸν Ἰμπραήμ; Ἀκόμα κι ἄλλοι νὰ μὴν ἔρθουν ὁ Πλαπούτας δὲ θὰ λείψει. Εἶμαι βέβαιος πὼς θὰ νικήσουμε. Ἂν ὅμως, ὃ μὴ γένοιτο, νικηθοῦμε, θ᾿ ἀδυνατίσουμε τὴ δύναμη τοῦ ἐχθροῦ καὶ ἡ ἱστορία θὰ ὀνομάσει τοῦτον τὸν πόλεμο Λεωνίδειον μάχην, Παπαγιώργη!

Ἴσως ἡ τελευταία αὐτὴ φράση νὰ κρύβει ὅλο τὸ μυστικὸ τῆς ὑποσυνείδητης παρόρμησής του ν᾿ ἀντιμετωπίσει, κάτω ἀπὸ τόσο ἀπελπιστικὲς συνθῆκες, τὸν ἐχθρό. Ἔταξε στὸν ἑαυτό του νὰ νικήσει ἢ νὰ πεθάνει. Ἡ Ῥούμελη εἶχε τὸ «νέο Λεωνίδα της», τὸν Ἀθανάσιο Διάκο, ποὺ κάτω ἀπὸ παρόμοιες συνθῆκες δὲν πισωδρόμησε στὴν Ἀλαμάνα. Τώρα, στὸ πρόσωπο τοῦ Παπαφλέσσα, θ᾿ ἀποχτοῦσε στὸ Μανιάκι κι ὁ Μοριᾶς τὸν Λεωνίδα του.

Ὅταν ἔπαψε νὰ μιλάει ὁ Παπαφλέσσας, ὁ Μανιάτης Βοϊδὴς εἶπε τὰ ἀξιομνημόνευτα τοῦτα λόγια:

- Πᾶμε στὰ ταμπούρια μας κι ὅποιος θὰ μείνει γιαμά, ἂς ἀκούει τῶν γυναικῶν τὰ μοιρολόγια!...

Καὶ τράβηξαν στὰ ταμπούρια τους ξέροντας πὼς τὸ μόνο ποὺ τοὺς ἀπόμενε ἦταν νὰ θυσιαστοῦν. Μόλις πρόλαβαν νὰ φτάσουν σ᾿ αὐτὰ κι ὁ Ἰμπραὴμ ξαπολᾶ τὴν ἐπίθεσή του. Τὰ τάγματα τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ του προχωροῦσαν χωρὶς νὰ λογαριάζουν τὸ θάνατο ποὺ σκόρπιζαν τὰ καριοφίλια τῶν Ἑλλήνων. Ὁ Παπαφλέσσας, καθὼς εἴπαμε, κράταγε τὸ βορινὸ ταμπούρι «τὸ μᾶλλον ἀδύνατον καὶ ἐπικίνδυνον». Φορώντας τὴν περικεφαλαία του στεκόταν ὄρθιος πάνω σὲ μιὰ πέτρα πιὸ ψηλὴ ἀπὸ τὶς ἄλλες, ποὺ «εἶχε προσέτι καὶ μίαν μικρὰν ἀχράδα (γκορτζούλα), ἀπὸ ἐκεῖ διεύθυνε τὸν ἀγώνα, δίνοντας μὲ τὸ παράδειγμά του θάρρος στοὺς δικούς μας. Δίπλα του στεκόταν ὁ νεαρὸς Γάλλος ἐθελοντὴς πού, εἶχε κατέβει πρὶν ἀπὸ λίγο καιρὸ στὴν Ἑλλάδα μαζὶ μὲ τὸν στρατηγὸ Ρός. Καμία βέβαια εὐγνωμοσύνη δὲν τρέφει ἡ πατρίδα μας γιὰ τὸ στρατηγὸ Ρός. Ἀντίθετα ὅμως μὲ σεβασμὸ μνημονεύει τὸν ἀνώνυμο νεαρὸ Γάλλο, ποὺ πολεμώντας παλικαρίσια βρῆκε τὸ θάνατο κείνη τὴ μέρα δίπλα στὸν Παπαφλέσσα.

Τὸ μεσημέρι κάλεσαν οἱ σάλπιγγες τοῦ ἐχθροῦ τὸν αἰγυπτιακὸ στρατὸ νὰ πάψει τὴν ἐπίθεσή του καὶ ν᾿ ἀποσυρθεῖ γιὰ νὰ κολατσίσει. Ὅσο ποὺ «οἱ νεροκουβαλητάδες ἐπήγαινον καὶ ἤρχοντο δίδοντες νερὸν εἰς τοὺς διψώντας στρατιῶτας», οἱ καπεταναῖοι μας τρέξανε νὰ βροῦνε τὸν Παπαφλέσσα.

- Καλὸ εἶναι, τοῦ λένε, νὰ φύγουμε τώρα ποὺ οἱ Τοῦρκοι ξαποσταίνουν καὶ τρῶνε ψωμί. Νὰ τραβήξουμε κατὰ τὴν Ἁγιά, γιατὶ, καθὼς θἄχουμε βοηθὸ τὸ βουνό, οἱ καβαλαραίoι τους λίγους θὰ σκοτώσουνε. Τὸ πολὺ θὰ φᾶνε πενήντα ὡς ἑκατὸ ἀπὸ μᾶς; μὰ οἱ ἄλλοι θὰ σωθοῦνε καὶ θὰ σώσουμε κι ἐσένα γιὰ νὰ φανεῖς, σ᾿ ἄλλη περίσταση, χρήσιμος στὴν πατρίδα. Ὁ Παπαφλέσσας τοὺς ἀποκρίθηκε:

-Ἐγὼ σᾶς εἶπα καὶ πρῶτα καὶ τώρα σᾶς τὸ λέγω τὴ φευγάλα νὰ μὴν τὴ βάζετε διόλου στὸ νοῦ σας, γιατὶ ἐμεῖς χανόμαστε ἄδικα ἂν πέσουμε πάνω στὴ φωτιὰ τοῦ ἐχθροῦ. Ὄχι, δὲ θὰ παραδώσω τοὺς Ἕλληνες μόνος μου στ᾿ ἀδιάκοπο ντουφέκι τοῦ τακτικοῦ! Ἔπειτα ἐμεῖς καρτερᾶμε τὴ βοήθεια πού, καθὼς γνωρίζετε, θὰ φτάσει ὥρα τὴν ὥρα. Παγαίνετε τώρα στὰ πόστα σας!..

Γύρισαν στὰ ταμπούρια τους καὶ σὲ λίγο ἐξαπολύθηκε τὸ γενικὸ γιουρούσι τοῦ ἐχθροῦ. Δυὸ φορὲς ἔφτασαν ἴσαμε τὶς θέσεις ποὺ κράταγαν οἱ Ἕλληνες, μ᾿ ἀναγκάστηκαν νὰ πισωδρομήσουν. Κι ἐνῶ ἑτοιμάζονταν νὰ ξεχυθοῦν σὲ τρίτο γιουρούσι, ἀκούστηκε βορινὰ μία μπαταριά. Ἦταν ὁ Πλαπούτας ποὺ ἔφτανε μὲ χίλια πεντακόσια παλικάρια. Ὁ Ἰμπραὴμ τότε, γυρεύοντας νὰ προλάβει τὴ βοήθεια ποὺ ἐρχόταν, ρίχνει ὅλες του τὶς δυνάμεις πάνω στοὺς δικούς μας. Οἱ ἐχθροὶ πάτησαν πρῶτο τὸ ταμπούρι τοῦ Παπαφλέσσα. Ὁ ἀνεψιός του Δημήτρης παρατάει τὸ πόστο του καὶ τρέχει νὰ βοηθήσει τὸ θεῖο του. Τὸν βλέπει ὁ Παπαφλέσσας καὶ τὸν προστάζει νὰ γυρίσει πίσω καὶ νὰ ὑπερασπιστεῖ τὴ δική του θέση. Μὰ ὅταν ἔφτασε σ᾿ αὐτὴ βρῆκε νὰ τὴν ἔχουν πατήσει οἱ ἐχθροί. «Ἐκεῖ κτυπῶν καὶ κτυπούμενος ὑπὸ πολλῶν Τούρκων ἐχάθη καὶ αὐτὸς καὶ οἱ στρατιῶται του».

Στὸ ταμπούρι τοῦ Παπαφλέσσα ἀνακατώθηκαν τοῦρκοι κι Ἕλληνες καὶ γίνηκαν ὅλοι ἕνα. Ὅπως οἱ ἐχθροὶ φόραγαν κόκκινες στολές, «ὁ τόπος ὅλος ἐκοκκίνισεν ἀπὸ αὐτὲς κι ἀπὸ τὰ αἵματα». Ὁ σημαιοφόρος τοῦ Παπαφλέσσα, ὁ Δημήτρης ἀπὸ τὴ Χίο, γιὰ νὰ μὴν πέσει ἡ σημαία στὰ χέρια τοῦ ἐχθροῦ τὴν σκίζει, τὴ χώνει στὸ στῆθος του, σπάζει καὶ τὸ σταυρὸ τοῦ κονταριοῦ καὶ τὸν βάζει στὸ σελάχι του, καὶ μὲ τὸ σπαθὶ στὸ χέρι σὰν ἀστραπὴ χιμᾶ πάνω στὸ τούρκικο ἀσκέρι καὶ φεύγει. «Ἡ παλικαριά του εἶναι ἀμίμητος», γράφει ὁ Φωτάκος.

Τελευταῖο ἔπεσε τὸ ταμπούρι τοῦ Πιέρου Βοϊδη, ποὺ κράταγαν οἱ Μανιάτες, καθὼς ἦταν τὸ πιὸ δυνατὸ ἀπ᾿ ὅλα. Ὅσoι ἀπὸ τοὺς δικούς μας ἀπόμεναν ἀκόμα ζωντανοὶ ρίχνονται μέσα στὸ ρέμα καὶ κάνουνε νὰ φύγουν κατὰ τὴν Ἀνδροῦσα. Τίποτ᾿ ἄλλο δὲν ἀκουγόταν πιὰ «ἀπὸ τὰ λιανίσματα τῶν σπαθιῶν καὶ τῶν γιαταγανιῶν».

Στὴν ἔξοδο τῆς ρεματιᾶς ἕνα τάγμα τοῦ ἐχθροῦ καρτέραγε τοὺς ἑκατὸν πενήντα δικούς μας ποὺ ἦταν ἀκόμα ζωντανοί. Δὲν τοὺς ἀπόμενε παρὰ ν᾿ ἀνοίξουν δρόμο μὲ τὸ σπαθὶ στὸ χέρι. Τὸ κατόρθωσαν μὰ οἱ πιότεροι ἀπόμειναν γιὰ πάντα ἐκεῖ.

Σιγὰ-σιγὰ σκόρπαγε ὁ καπνὸς τῆς μάχης. Οἱ νικητὲς τότε βάλθηκαν νὰ σκυλεύουν τοὺς σκοτωμένους. Ὕστερα ἄρχισαν νὰ κόβουν τ᾿ αὐτιά τους, νὰ τὰ πάνε στὸν Ἰμπραὴμ νὰ πάρουνε μπαξίσι. Τότε τσακώθηκαν «μεταξὺ των ποιὸς ἀπὸ αὐτοὺς νὰ ἔχει περισσότερα».

Κατέβηκε τέλος κι ὁ Ἰμπραὴμ στὸ ταμπούρι τοῦ Παπαφλέσσα. Ἀφοῦ ἔκανε ντουάδες στὸν Ἀλλὰχ γιὰ τὴ νίκη, πρόσταξε τὸ στρατό του νὰ ρίξει τρεῖς νικητήριες μπαταριές. Μετὰ παράγγειλε νὰ τοῦ φέρουν τὸ κουφάρι τοῦ Παπαφλέσσα. Βρῆκαν τὸ ἀκέφαλο κορμί του. Δίπλα του κείτονταν νεκρὸς ὁ νεαρὸς Γάλλος κι ὁλόγυρα πλῆθος τὰ κουφάρια τῶν ἐχθρῶν. Λίγο πιὸ πέρα πέτυχαν καὶ τὸ κεφάλι τοῦ ἥρωα. Τὸ ἔφεραν στὸν Ἰμπραήμ· τοὺς εἶπε νὰ χώσουν στὴ γῆ ἕνα ψηλὸ παλούκι καὶ νὰ στήσουν ὄρθιο τὸν σκοτωμένο δένοντάς τον πάνω σ᾿ αὐτό. Ὕστερα στερέωσαν στὸ κορμὶ καὶ τὸ κεφάλι, ἀφοῦ πρὶν πλύνανε τὰ αἵματα ἀπὸ τὰ γένια του. Τότε «ὁ νεκρὸς ἐφαίνετο ὡς νὰ ἦτο ζωντανός».

Ὁ Ἰμπραήμ, ἀφοῦ «ἀκίνητος κι ἄφωνος τὸν παρετήρησεν ὀλίγον», γυρνᾶ καὶ λέει στοὺς ἀξιωματικούς του:

- Πραγματικά, στάθηκε ἕνας ἱκανὸς καὶ γενναῖος ἄνθρωπος. Καὶ καλύτερο θὰ ἦταν, κι ἂς παθαίναμε ἄλλη τόση ζημιά, νὰ τὸν πιάναμε ζωντανό, γιατὶ πολὺ θὰ μᾶς χρησίμευε.

«Ἡ Λεωνίδειος μάχη» εἶχε τελειώσει. Τὸ Μανιάκι πῆρε τὴ θέση του, στὶς σελίδες τῆς Ἱστορίας μας, δίπλα στὶς Θερμοπύλες καὶ στὴν Ἀλαμάνα.

Τώρα, ἀνατολικὰ ἀπὸ τὸ χωριὸ Μανιάκι, στὸ ξωκλήσι «Ἁγία Ἀνάσταση», βρίσκονται τὰ κόκαλα ἐκείνων ποὺ πέσανε σὲ τούτη τὴ μάχη, θυμίζοντας, σ᾿ ἐμᾶς τοὺς μεταγεγέστερους, πὼς ἡ λευτεριά μας, καθὼς λέει στὸν ἐθνικό μας ὕμνο ὁ Σολωμός, εἶναι ἀπ᾿ τὰ κόκαλα βγαλμένη τῶν Ἑλλήνων τὰ Ἱερά.


Θα έλθει και η ώρα της τιμωρίας!

Έγκλημα το μνημόνιο: χωρίς τιμωρία;


Δίκαιο που να διέπει την πτώχευση Κρατών δεν υπάρχει. Το θέμα είναι κατ’ εξοχήν πολιτικό. Όμως, κάποιες αρχές του πτωχευτικού δικαίου νομίζω εφαρμόζονται αναγκαστικά κατ’ αναλογία. Για παράδειγμα, όπως πτώχευση μιας εταιρείας υπάρχει όταν δεν μπορεί να πληρώσει τα χρέη της, έτσι πτώχευση ενός Κράτους υπάρχει όταν το Κράτος δεν μπορεί να καλύψει τις οικονομικές υποχρεώσεις του και δανείζεται. Η Ελλάς δηλαδή βρίσκεται σε κατάσταση πτώχευσης ήδη από το 1989 όταν άρχισε να δανείζεται για να πληρώσει τους τόκους των χρεών της και πάντως από το2010 όταν η Χώρα κατέφυγε στο Δ.Ν.Τ. γιατί έκλεισαν για αυτή οι χρηματαγορές.
Επίσης, όπως το Δ.Σ. εταιρείας έχει αστική και ποινική ευθύνη έναντι των μετόχων και των δανειστών της εταιρείας όταν συνεχίζει τις εμπορικές δραστηριότητες ενώ γνωρίζει ότι η πτώχευση έχει επέλθει η είναι αναπόφευκτη, έτσι και οι κυβερνήσεις από το 1989 και πάντως από το 2010 έχουν, πέραν της πολιτικής ευθύνης, αστική και ποινική ευθύνη. Αν η πρώτη καταλογίζεται στις εκλογές, ο λογαριασμός έρχεται… Και αν η τελευταία έχει παραγραφεί, η δεύτερη υφίσταται ακόμη. Με αυτή, μπορεί να τιμωρηθούν οι υπεύθυνοι και να τους αφαιρεθούν τα μαύρα κέρδη της επαίσχυντης πολιτικής που εν γνώσει τους (αλλά όχι και εν γνώσει του λαού) ακολούθησαν. Όπως το Δ.Σ. ευθύνεται (και όχι οι μέτοχοι), έτσι φταίνε και οι εκάστοτε κυβερνήσεις (και όχι ο λαός, η τουλάχιστον όχι τόσο ο λαός όσο η κυβέρνηση). Και αν ο λαός οφείλει να κάνει αυτοκριτική για την εγκατάλειψη των αξιών του που οδήγησαν σε αυτή την ηθική παρακμή, οι, ντόπιοι και ξένοι, μαφιόζοι που τον έφεραν ως εδώ και συνεχίζουν να κυβερνούν παρά την πτώχευση δεν δικαιούνται να τον πετροβολούν.
Έπειτα, η εκκαθάριση(η διάλυση δηλαδή μιας εταιρείας και η πώληση των περιουσιακών της στοιχείων) είναι ο μόνος δρόμος όταν η εταιρεία δεν μπορεί να σωθεί. Έτσι, εκκαθάριση δεν νοείται σε περίπτωση πτώχευσης Κράτους, αφού θα καταργούσε την εδαφική ακεραιότητα και την εθνική ανεξαρτησία του  Κράτους. Αυτό όμως σημαίνει ότι η αναδιάρθρωση του χρέους της Χώρας ήταν επιτακτική από την πρώτη στιγμή, πριν από την προσφυγή στο Δ.Ν.Τ., αλλά και τώρα. Δυστυχώς όμως ούτε το πρώτο ούτε το δεύτερο μνημόνιο αποτελούν αναδιάρθρωση γιατί, κατά κοινή ομολογία,  δεν επιτυγχάνουν τον σκοπό της οποιασδήποτε αναδιάρθρωσης, δηλαδή το να επανέλθει ο πτωχός στην κερδοφορία και να πληρώσει μέρος της αρχικής οφειλής η αυτής που πρόεκυψε από νέο δάνειο μετά την κήρυξη της πτώχευσης (αντίθετα θα μας οδηγήσει μετά από διάλυση του κοινωνικού ιστού της Χώρας πάλι σε μη βιώσιμο χρέος, πιο σύντομα από όσο πολλοί νομίζουν). Το μόνο λογικό συμπέρασμα λοιπόν είναι ότι οι δανειστές  της Χώρας περιμένουν να πληρωθούν παίρνοντας και πουλώντας τα περιουσιακά στοιχεία της Χώρας. Το μνημόνιο δηλαδή αποτελεί ουσιαστικά εκκαθάριση. Ότι αυτό αντίκειται σε βασικές αρχές κάθε σύγχρονου συντάγματος (ακόμη και της Γερμανίας), καθώς και του ευρωπαϊκού και διεθνούς δικαίου έχει τονιστεί κατ’ επανάληψη από επιφανείς συνταγματολόγους, όπως ο καθ. Γ. Κασσιμάτης, μέλη το ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, αλλά και το Οικονομικό και Κοινωνικό Συμβούλιο του Ο.Η.Ε. και το Διεθνές Γραφείο Εργασίας.
Οι υποστηρικτές του μνημονίου ισχυρίζονται ότι δεν υπήρχε άλλος δρόμος. Όμως ότι το χρέος του 2009 εκτινάχτηκε αφού μετά τις εκλογές του 2009 έγιναν πληρωμές που μπορούσαν να περιμένουν ενώ αναβλήθηκε η είσπραξη εσόδων είναι πλέον κοινά γνωστό. Το ίδιο ότι η κυβέρνηση δεν βγήκε στις αγορές να δανειστεί όσο μπορούσε, όπως και ότι δεν πήρε έγκαιρα όλα τα μέτρα τα οποία έπρεπε να είχε λάβει. Έτσι, ήδη γνωρίζουμε ότι, πριν μπούμε στο μνημόνιο υπήρχε άλλος δρόμος. Αλλά και μετά υπήρχε και υπάρχει άλλος δρόμος. Πρώτα από όλα, έπρεπε και πρέπει να γίνει λογιστικός έλεγχος του χρέους. Ο έλεγχος θα μας έδειχνε και θα μας δείξει την προέλευση αλλά και την νομιμότητα του χρέους. Το νόμιμο χρέος το κρατούμε. Το παράνομο (π.χ. υπερκοστολογήσεις δημοσίων προμηθειών και έργων) το σβήνουμε και στέλνουμε τους υπευθύνους, ντόπιους και ξένους, στον εισαγγελέα (και τους πολιτικούς των οποίων τα εγκλήματα έχουν τυχόν παραγραφεί στο χρονοντούλαπο της ιστορίας). Έπειτα, από το νόμιμο πρέπει να δούμε ποιο μέρος μπορούμε να πληρώσουμε και το υπόλοιπο να το σβήσουμε στα πλαίσια ενός προγράμματος αναδιάρθρωσης που θα συμφωνηθεί με τους έντιμους από τους δανειστές μας. Γιατί υπάρχουν και ανέντιμοι δανειστές, που κρύβουν αυτούς που κερδοσκόπησαν σε βάρος του ελληνικού Κράτους η καταδολίευσαν τους ψηφοφόρους τους και έδωσαν χρήματα των ψηφοφόρων στις τράπεζες. Και αυτούς πρέπει να τους ξεμπροστιάσουμε για να καθαρίσει η Ευρώπη, όχι να τους κρύβουμε η να τους δίνουμε νέα έργα με μια προσχηματική συγγνώμη.
Περαιτέρω, πληρωμή κάποιων δανειστών εταιρείας (και μάλιστα) σε κατάσταση πτώχευσης αποτελεί πράξη καταδολιευτική  των άλλων δανειστών. Κατά τον ίδιο τρόπο, πληρωμή ανασφάλιστων δανειστών του Κράτους, όπως οι ομολογιούχοι δανειστές, αποτελεί καταδολίευση προνομιούχων δανειστών, όπως οι συνταξιούχοι και οι δημόσιοι υπάλληλοι. Η δε πληρωμή αυτών των δανειστών με δάνειο που πρέπει να πληρωθεί και από τους προνομιούχους δανειστές (με μειώσεις μισθών και συντάξεων, και αυξήσεις φόρων) είναι έγκλημα.
Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι με το πρόσχημα της βοήθειας προς την Ελλάδα με το μνημόνιο οι ξένες κυβερνήσεις πήραν χρήματα των φορολογούμενων για να τα δώσουν στις τράπεζες (κυρίως δικές τους). Έτσι, επέτρεψαν στις τράπεζες, που βέβαια κράτησαν τα υπερκέρδη της τελευταίας εικοσαετίας, να μοιραστούν τις ζημίες της κρίσης με τους φορολογουμένους πολίτες.
Ενόψει όλων των ανωτέρω είναι σαφές ότι το μνημόνιο παραβιάζει βασικές αρχές συνταγματικού, ευρωπαϊκού και διεθνούς δικαίου, αλλά και των διεθνώς αναγνωρισμένων αρχών του πτωχευτικού δικαίου. Επομένως, όχι μόνο δεν υπάρχει θέμα τήρησης της υπογραφής της Χώρας, όπως κατά κόρον αναφέρουν οι οπαδοί του μνημονίου (και ξένες κυβερνήσεις), αλλά και το μνημόνιο και οι σχετικές δανειακές συμβάσεις πρέπει να θεωρηθούν εντελώς άκυρες και η διαπραγμάτευση πρέπει να αρχίσει από μηδενική βάση. Το πρώτο βήμα οφείλει να είναι η ουσιαστική αναδιάρθρωση του χρέους. Αυτό σημαίνει διαγραφή του χρέους σε τέτοιο βαθμό ώστε το απομένον (μαζί με το νέο) να είναι βιώσιμο. Σημαίνει επίσης θυσίες με περικοπές μισθών και συντάξεων (αλλά όχι των χαμηλότερων) και φόρους (αλλά με δίκαιη κατανομή των βαρών και χωρίς να στραγγαλίζουμε την κατανάλωση και την γενική οικονομική δραστηριότητα). Σημαίνει όμως και επενδύσεις γιατί χωρίς ανάπτυξη και η Χώρα θα καταστραφεί και οι έντιμοι δανειστές της θα χάσουν τα λεφτά τους.
Αυτό είναι ένα αξεπέραστο εμπόδιο το οποίο καταδικάζει τελικά το παρόν μνημόνιο, την μνημονιακή πολιτική και τα μνημονιακά κόμματα.  Πολλοί υποστηρικτές της μνημονιακής πολιτικής ισχυρίζονται ότι είναι ανάγκη να ξεχάσουμε το θέμα της νομιμότητας ώστε να σωθούμε. Η παρανομία του φτωχού που έκλεψε 100 Ευρώ τους πειράζει, η παρανομία του μνημονίου και αυτών που έχουν ενθυλακώσει δισεκατομμύρια μαύρου πολιτικού χρήματος δεν τους ενοχλεί. Την μικρή παράβαση του φτωχού την θεωρούν υπεύθυνη για την πτώχευση της Χώρας (και είναι υπεύθυνη σε κάποιο βαθμό). Τα δικά τους εγκλήματα όμως δεν τα βλέπουν. Αλλά ας υποθέσουμε ότι έχουν δίκιο. Αυτό δεν αλλάζει το γεγονός ότι το μνημόνιο δεν μας σώζει από την πτώχευση. Απλά, την αναβάλλει για να έλθει σε χρόνο που θα βολεύει τους δανειστές μας και θα είναι πιο οδυνηρή για την Χώρα. Μπορεί, αν δεν παίρναμε το δάνειο του πρώτου η του δευτέρου μνημονίου, να είχαμε άτακτη πτώχευση. Αλλά τότε δεν θα πληρώνονταν ούτε  οι δανειστές. Και με αυτή την πίεση θα μας πρόσφεραν καλύτερους όρους και δεν θα είχαμε άτακτη πτώχευση. Αλλά κι αν δεν το έκαναν, η άτακτη πτώχευση  μια ώρα αρχύτερα θα ήταν λιγότερο οδυνηρή για την Χώρα.
Το έγκλημα λοιπόν των μνημονιακών κόμματων (και ξένων κυβερνήσεων) είναι δεδομένο. Πιστεύει κανείς σοβαρά ότι δεν θα υπάρξει τιμωρία (και όχι μόνο από τον λαό στις εκλογές η από την ιστορία);!
 Αντίβαρο - Ηλεκτρονικό περιοδικό


Η Ν Δ που θέλει να κυβερνήσει τι λέει;

Έρχεται νέα φορολογική καταιγίδα!


Έως το τέλος της εβδομάδας ο Λουκάς Παπαδήμος πρέπει να έχει έτοιμο το προσχέδιο περικοπών στο Δημόσιο και στα επιδόματα, ύψους τουλάχιστον 11,5 δισ. ευρώ, ώστε αμέσως μετά τις εκλογές η επόμενη κυβέρνηση να καταλήξει στο νέο "πακέτο" μέτρων για την διετία 2013-2014, όπως ακριβώς προβλέπει το μνημόνιο.
Στον τομέα των εσόδων πάλι, σήμερα ξεκινά ο διάλογος για το φορολογικό και η κυβέρνηση θα ανοίξει τα χαρτιά της για τα μέτρα που θα περιλαμβάνει το νέο φορολογικό νομοσχέδιο, το οποίο θα ψηφισθεί μέχρι το τέλος Ιουνίου. "Βάση" για τις αλλαγές αυτές όμως θα αποτελέσουν οι προτάσεις του ΔΝΤ και της Κομισιόν.
Το νέο φορολογικό «πακέτο» που εξετάζει το υπουργείο Οικονομικών αναμένεται να προσθέσει νέα βάρη στα νοικοκυριά, καθώς θα περιλαμβάνει:
1 . Κατάργηση των φοροαπαλλαγών και των ειδικών καθεστώτων φορολόγησης. Προβλέπεται κατάργηση των εκπτώσεων φόρου όπως για τόκους στεγαστικών δανείων α΄ κατοικίας, ενοίκια, δίδακτρα, ασφάλιστρα, ιατρικές επισκέψεις, εξετάσεις, νοσήλια ή και ασφαλιστικές εισφορές.
2. Μείωση του αριθμού των φορολογικών κλιμακίων από οκτώ σε τρία ή τέσσερα, που ενδεχομένως θα συνοδευτεί με μείωση του βασικού αφορολόγητου των 5.000 ευρώ σε 3.000 ευρώ ή και κατάργησή του.
3. Υιοθέτηση ενιαίας αυτοτελούς φορολογίας με συντελεστή 20% σε κέρδη από κεφάλαιο όπως εισοδήματα από ενοίκια.
4. Απλοποίηση και ενοποίηση συντελεστών ΦΠΑ, με το ΔΝΤ να προτείνει την επιβολή ενιαίου συντελεστή 19%, 20% ή 21% σε όλα τα αγαθά και υπηρεσίες, πλην ξενοδοχείων και τουριστικών πακέτων που μπορούν να υπάγονται σε μειωμένο συντελεστή 9% ή 11%.
5. Ενοποίηση όλων των φόρων επί της ακίνητης περιουσίας, σε μόλις δύο: σε ένα φόρο θα ενωθούν οι 33 φόροι της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και σε άλλον έναν όλο οι φόροι του κράτους.
6. Αλλαγή του τρόπου υπολογισμού των αντικειμενικών αξιών των ακινήτων που θα οδηγήσει και σε αναπροσαρμογή τους.


Κείμενα Εθνικού προσανατολισμού.

Οι... αντιφασίστες


230312-antifasistesγράφει ο Τάσος Δημητρακόπουλος.
Τους γνωρίζουμε όλοι. Ή τουλάχιστον όλοι όσοι είχαν επαφή αυτό που λέμε «εθνικιστικός χώρος», αν και αυτό σαν έννοια πλέον θα αρχίσει να θέλει πολλή συζήτηση... Αλλά αυτό είναι ένα αντικείμενο το οποίο θα αναλυθεί κάποια άλλη φορά. Είναι οι αντιφασίστες. Οι αντιφάδες. Οι αριστεριστές. Οι αναρχικοί. Οι κάθε λογής αριστεροί που νομίζουν ότι έχουν νικήσει σε καθημερινή βάση τον φασισμό, όπως τουλάχιστον αυτοί με την βλακώδη λογική τους θεωρούν. Είναι αυτοί που ανήκουν σε ένα ευρύτερο μπλόκ, που περιλαμβάνει από κεντροαριστερούς μέχρι αναρχικούς. Είναι αυτοί που δεκαετίες τώρα παρεμβαίνουν με διάφορες μεθόδους στην διαμόρφωση μίας αντεθνικής πραγματικότητας.
Τους γνωρίσαμε στα πανεπιστήμια, όταν διέλυαν συνελεύσεις, όταν έμπαιναν μέσα σε αμφιθέατρα και βάραγαν αδιακρίτως όποιον έβρισαν μπροστά τους. Τους αντιμετωπίσαμε σε αμφιθέατρα, μέσα στις σχολές, όταν κρατάγαμε αντίσταση, για να μην διαλυθούν οι όποιες εκδηλώσεις γίνονταν με εθνικό περιεχόμενο. Τους αντιμετωπίσαμε στην Ιατρική, το ‘89, όταν όλοι μαζί ενωμένοι, από ΚΝΕ μέχρι ΟΣΕ, επιτέθηκαν βίαια με σκοπό να διαλύσουν εκδήλωση με ομιλία του Μητροπολίτη Σεβαστιανού για το Βορειοηπειρωτικό.
Τους είχαμε απέναντί μας όταν βγαίναμε για αφισοκολλήσεις, όταν μοιράζαμε φυλλάδια. Τους είδαμε να απειλούν παιδιά σε σχολεία, τους είδαμε να βαράνε πιτσιρικάδες που φορούσαν μπλουζάκια με την ελληνική σημαία. Τους είδαμε να χτυπάνε ακόμα και κοπέλες που απλά είχαν στα χέρια τους εθνικιστικές εφημερίδες. Τους είδαμε να θέλουν να βάζουν βόμβες, να πετάνε μολότοφ και το πιο ακραίο τους τμήμα, να «μεσουρανεί» στην τρομοκρατία, στην πατρίδα μας, για δεκαετίες. Τους είδαμε να κατεβαίνουν στο πεζοδρόμιο για να υπερασπιστούν τους λαθρομετανάστες και το κάθε λογής απόβρασμα που έχει μαζευτεί στη πατρίδα μας.
Τους έχουμε δει να καίνε, να καταστρέφουν περιουσίες αφήνοντας Έλληνες εργαζόμενους στον δρόμο, τους είδαμε να χαμογελούν ειρωνικά όταν αστυνομικοί σκοτώνονταν στο καθήκον, τους είδαμε να κάνουν αφισοκολλήσεις όταν ο Χριστόδουλος διεγνώσθη ότι θα πέθαινε από καρκίνο (ή από ότι τέλος πάντων πέθανε). Τους είδαμε μάρτυρες κατηγορίας σε δίκες που στέρησαν την ελευθερία ανθρώπων που το «ελάττωμά» τους ήταν ότι ήταν εθνικιστές και αγωνιστές. Τους είδαμε να στέκονται πίσω από το τζάμι στην Ασφάλεια και να «καρφώνουν» παιδία 15 και 16 χρονών, επειδή τάχα κινήθηκαν απειλητικά ενάντια σε αριστερή συγκέντρωση στην Πανόρμου. Τους είδαμε να κάνουν συναυλίες συμπαράστασης σε φονιάδες, σε ληστές και εγκληματίες, που είναι απλά... αριστεριστές. Τους είδαμε να βγάζουν όλα τους τα σταλινικά απωθημένα ζητώντας να τεθούν εκτός νόμου κόμματα και οργανώσεις.
Τους είδαμε. Τους βλέπουμε ακόμα και δυστυχώς θα τους βλέπουμε. Απλά να ξέρουν -που το ξέρουν- ότι μόνο ένα ισχυρό και συγκροτημένο εθνικιστικό και πατριωτικό κίνημα μπορεί να τους αντιμετωπίσει και να τους απομονώσει. Το ξέρουν. Και το φοβούνται...


Κείμενα Εθνικού προσανατολισμού.

Ξαναδιαβάζοντας το 1821

zaf c-400x267
γράφει ο Δημήτρης Ζαφειρόπουλος 
Μην πάει, προς Θεού, το μυαλό σας ότι έχω επηρεαστεί από τις διάφορες ρεπούσειες, δραγώνειες και βερέμειες τάσεις για αναθεώρηση της ελληνικής ιστορίας και κυρίως αποδόμησής της. Απλά συμφωνώ απόλυτα με την προτροπή του εθνικού μας ποιητή: "Μεθύστε με τ' αθάνατο κρασί του '21". Πράγματι, την εθνική παλιγγενεσία, μονάχα ως μέθεξη, έμπνευση και προτροπή για αγώνες μπορούμε να την δούμε, καθώς αποτελεί το κορυφαίο γεγονός του νεότερου κομματιού, της αδιάλειπτης ελληνικής ιστορίας. Όμως το 1821 είναι και ένα αντικείμενο ιστορικής μελέτης καιη Ιστορία ως επιστήμη, συνέχεια βρίσκει νέα στοιχεία για να επιβεβαιώνει, να συμπληρώνει, να τελειοποιεί και ενίοτε να ανασκευάζει γεγονότα και στιγμές του παρελθόντος. Στην Ελλάδα, όμως τα τελευταία χρόνια, και όχι μόνο τα πολύ τελευταία, γινόμαστε μάρτυρες μιας συστηματικής προσπάθειας αναθεώρησης της ιστορίας αυτού του τύπου και επόμενο είναι τα απόνερα αυτής της προσπάθειας να αγγίζουν και την περίοδο του εθνικού ξεσηκωμού κατά των Τούρκων.
Αλλά ας δούμε τις βασικές σχολές προσέγγισης της ιστορικής περιόδου για την οποία μιλάμε. Η πρώτη, είναι αυτή η εθνική και πατριωτική, συστημική για κάποιους που δέχεται τα γεγονότα ως έχουν, μένει σε πρόσωπα και μάχες, χωρίς να εμβαθύνει σε αίτια και αφορμές. Μετά την παράθεση των γεγονότων καλεί μία ταρατατζούμ παρέλαση και πανηγυρικούς, έτσι για να βγάλει την υποχρέωση. Και ακριβώς επειδή δεν έχει βάθος, αφήνει περιθώρια για αποδόμηση και ανασκευή της ιστορίας του 21.
Δεύτερη σχολή, εξίσου ταρατατζουμίστικη και ξεπερασμένη είναι αυτή του ιστορικού μαρξισμού. Εδώ, το 1821 προσεγγίζεται όχι διαλεκτικά αλλά αξιωματικά ως μία κοινωνική επανάσταση όπου οι λαϊκές τάξεις ξεσηκώθηκαν κατά των ντόπιων και ξένων ολιγαρχών. Θεωρία που παρουσιάστηκε αρκετά παλαιότερες δεκαετίες με τους διάφορους Κορδάτους και σήμερα έχει απομείνει να μαζεύει σκόνη σε κάποιο ξεχασμένο ράφι στον Περισσό.
Η τρίτη θεώρηση, αρκετά πιο σύγχρονη και επικίνδυνη είναι αυτή που προωθείται από τα κέντρα που προαναφέραμε. Έχει σπόνσορες μεγαλοκαναλάρχες και χορηγούς την Εθνική Τράπεζα, η οποία όλως τυχαίως επιβιώνει από τις τουρκικές επενδύσεις της. Παρουσιάζεται αυτή από διάφορους πανεπιστημιακούς και διανοούμενους οι οποίοι προσπαθούν να της δώσουν μία σοβαροφάνεια και έναν επιστημονισμό που τον παραθέτουν με τρόπο ώστε να καταντά στην ουδία δόγμα και μεσσιανισμός. Οι απόψεις όλων αυτών εδράζονται σε δύο σκέλη.
Από την μία έχουμε την περίοδο της τουρκοκρατίας, την οποία μας την ζωγραφίζουν ως μία εποχή στην οποία αρχικά είχαμε κάποιες ακρότητες, αλλά μετά η πολιτική της Υψηλής Πύλης έφερε οικονομική ανάπτυξη, πάντα η οικονομία στην μέση, πλουτισμό και δημιούργησε την αστική τάξη στον Ελλαδικό χώρο. Αυτή είναι η πλατφόρμα από την οποία εκτοξεύεται το δεύτερο σκέλος του αναθεωρητισμού. Αφού λοιπόν οι Έλληνες γενικά περνούσαν καλά επί Οθωμανών, κάποια στιγμή είπαν ως αστοί να αναλάβουν οι ίδιοι τα ηνία της εξουσίας. Τους επηρέασε βέβαια καταλυτικά το παράδειγμα της Γαλλικής Επανάστασης και ο Διαφωτισμός. Έτσι φτάσαμε να έχουμε εθνική σκέψη, και ως εκ τούτου και έθνος, κάναμε και μία επανάσταση και όλα καλά. Πριν τον διαφωτισμός δεν υπήρχε έθνος, δεν είχαν προηγηθεί άλλες εξεγέρσεις και κυρίως οι τσοπάνηδες του Μοριά και οι ψαράδες του Αιγαίου, εάν δεν είχαν εμβαθύνει στον Μοντεσκιέ και στον Βολταίρο δεν θα είχαν κανένα λόγο να πάρουν τα όπλα.
Αυτά λέει ο αναθεωρητισμός για το 1821, την επιστημονικότητα και ιστορικότητα του οποίου, καθώς και τα κίνητρά του, δεν θα αναλύσουμε εδώ. Αντίθετα στην συνέχεια, θέλουμε να διαβάσουμε το 21 ως μία βιωματική αντίληψη καθώς ευτυχώς ανήκουμε σε μία γενιά που μεγάλωσε με οικογενειακές ιστορίες για την περίοδο και περπάτησε "σε ράχες και βουνά" στα οποία οι πρόγονοί της άφησαν το στίγμα της εποποιίας του αγώνα αυτού.
Το '21 πάνω από όλα ήταν μία ελληνική υπόθεση. Οι αγωνιστές απογοητευμένοι από τις δράσεις των συμμάχων του παρελθόντος αποφάσισαν "μονάχοι σαν λιοντάρια" να κάνουν την επανάσταση μόνοι τους. Μία επανάσταση με εθνικό χαρακτήρα που φαίνεται από πάμπολλες αναφορές στο γένος. Επανάσταση με ταξικό επίσης χαρακτήρα, καθώς αυτή διαπέρασε όλες τις κοινωνικές τάξεις. Κοτζαμπάσηδες αγωνίστηκαν, κοτζαμπάσηδες την πολέμησαν. Αστοί έστειλαν τα παιδιά τους Ιερολοχίτες στο Δραγατσάνι, αστοί ήθελαν και την ησυχία τους. Οι αγρότες και οι ναυταίοι ήταν οι πρωταγωνιστές των μαχών αλλά και η προπαγάνδα της υποταγής του Νενέκου και τα ειρηνιστικά κυρήγματα του Παπουλάκου, στις κουρασμένες από τον πόλεμο, αγροτικές τάξεις βρήκαν απήχηση. Ευτυχώς υπήρξε το "φωτιά και τσεκούρι" και έσωσε την κατάσταση.
Το 1821 επίσης είχε βαθύτατο θρησκευτικό χαρακτήρα καθώς οιΈλληνες ξεσηκώθηκαν "για του Χριστού την Πίστη την Αγία και της Πατρίδος την Ελευθερία". Η ταύτιση Ελλήνων-Χριστιανών και Τούρκων - Μουσουλμάνων είναι καθοριστική γιατί οι προγονοί μας ήθελαν να ξεσηκωθούν κατά "των αχρείων μουσουλμάνων, της Ελλάδος των τυράννων". Σήμερα βέβαια θέλουμε να φτιάξουμε τζαμί στην Αθήνα και αναστηλώνουμε τα οθωμανικά μνημεία ως δείγματα πολιτισμού.
Όμως τον θρησκευτικό χαρακτήρα δεν πρέπει να τον δούμε μονάχα ως μία αντιπαράθεση εθνών ταυτιζομένων με θρησκευτικά δόγματα, αλλά και ως μία μεταφυσική αντίληψη ζωής και πίστης για την νίκη, "ι Θεός έβαλε την υπογραφή του για την ελευθερία των Ελλήνων και δεν την παίρνει πίσω". Μία θεώρηση που βρίσκεται μίλια μακρυά από τις υλιστικές αντιλήψεις των αστικών και μαρξιστικών παραφυάδων του ιστορικού αναθεωρητισμού.
Πάνω από όλα όμως το 21 υπήρξε μία πολεμική εποποιία που λίγους παραλληλισμούς έχει στην παγκόσμια ιστορία. Το Μεσολόγγι με την άμυνα και την έξοδό του, αρκεί για να μείνει αιώνιο σύμβολο εθνικής αποφασιστικότητας για νίκη ή θάνατο. Οι μάχες, οι νίκες, οι καταστροφές και οι θυσίες είναι τόσες και τέτοιες που αρκούν για να ξεχαστεί κάθε βλακεία περί αστικής ή ταξικής επανάστασης. Ένας άνθρωπος δεν γίνεται παρανάλωμα για μία καλύτερη διακυβέρνηση, γίνεται θυσία μονάχα για το αίμα του, τους συμπατριώτες του και το γινάτι του για νίκη και ανεξαρτησία.
Μονάχα έτσι μπορούμε να διαβάσουμε το '21. Εθνικά, φυλετικά και ηρωικά,ως σύμβολο αντίστασης στους ξένους επιβολείς, ως σύμβολο μίας εθνικής συνέχειας τέτοιων αγώνων. Και μην έχετε αυταπάτες, Νενέκοι υπήρχαν και θα υπάρχουν, τότε απλά τους τσεκουρώσανε.


Twitter Delicious Facebook Digg Favorites More